αγιάτικος

αγιάτικος
-η, -ο
1. χτήμα αφιερωμένο σε εκκλησία ή μοναστήρι.
2. έρημος, ανοικοκύρευτος: Χρόνια τώρα τα 'χαν αφήσει αγιάτικα τα χωράφια τους.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • αγιάτικος — η, ο [άγιος] 1. αυτός που είναι αφιερωμένος ή που ανήκει σε ναό, μοναστήρι ή άγιο 2. αδέσποτος, έρημος 3. (ο πληθ. τού ουδ. ως ουσ.) τα αγιάτικα αδέσποτα κτήματα που δωρίζονται σε ναούς. Στη Μάνη ονομάζονται έτσι γενικά τα εγκαταλειμμένα κτήματα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”